Αμερικανικές εκλογές και Social Media

Αμερικανικές εκλογές και Social Media

Η Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2016, θα είναι η τελευταία «σελίδα» του «βιβλίου» της αντιπαράθεσης για τη διαδοχή του Μπαράκ Ομπάμα, ένα βιβλίο που γράφεται εδώ και δέκα (10) περίπου μήνες από τους δύο «μονομάχους» του οβάλ γραφείου, τη Χίλαρι Κλίντον και τον Ντόναλντ Τραμπ.

Όπως είθισται τα τελευταία χρόνια, κύριο ρόλο στην αντιπαράθεση των δύο διεκδικητών, αλλά και στην επικοινωνία τους με τους ψηφοφόρους, κατέχουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Τα παραπάνω έχει επιβεβαιώσει από πέρυσι η έκθεση που δημοσίευσε η Borrell Associates, σύμφωνα με την οποία, ο προϋπολογισμός διαφημίσεων – καταχωρήσεων από πολιτικούς στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για το έτος 2016 (χρονιά προεδρικών εκλογών για τις Ηνωμένες Πολιτείες) θα εκτοξευόταν στο ποσό του ενός δισεκατομμυρίου δολαρίων.

Όπως γίνεται ευκόλως αντιληπτό, οι εκστρατείες που «έτρεξαν» οι υποψήφιοι, γίνονται αντικείμενο μελέτης από τους marketers παγκοσμίως, οι οποίοι αναλύοντας τα metrics, προσπαθούν να βγάλουν χρήσιμα συμπεράσματα που θα εφαρμόσουν μελλοντικά σε δικές τους καμπάνιες.

Με έναυσμα το hype που ακολουθεί κάθε προεδρική εκλογή, πραγματοποιήσαμε μία ανάλυση του τρόπου χρήσης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα επιτελεία των δύο υποψηφίων, βγάζοντας κάποια πολύ χρήσιμα συμπεράσματα.

Τραμπ εναντίον Χίλαρι

Το πρώτο συστατικό της εκστρατείας του Τραμπ, που γίνεται άμεσα κατανοητό και από τον πιο απλό χρήστη, είναι η στόχευση στην ικανότητα των social media να προκαλούν πρωτοσέλιδα και να «μαγνητίζουν» τη δημοσιογραφική κάλυψη απ’ όλα τα υπόλοιπα μέσα ενημέρωσης.

Η τακτική του είναι ασταθής, μιας και φαίνεται εξόφθαλμα το πότε γράφει ο ίδιος και πότε η ομάδα του. Παρόλα αυτά, το περιεχόμενό του παρουσιάζει συνέπεια, τόσο σε τόνο όσο και σε προσέγγιση. Είναι εξωστρεφές και κυρίως επιθετικό, μίας και προτιμά να «χτυπά» τους πολιτικούς του αντιπάλους, παρά να τονίζει τα θετικά του στοιχεία ή το έργο που θα προσφέρει στη χώρα του εαν εκλεγεί.

Η ικανότητά του να προσεγγίζει και να επηρεάζει τους υποστηρικτές του ήταν το κύριο χαρακτηριστικό που τον βοήθησε σε όλη την εκστρατεία του. Μας παρουσίασε υποδειγματικά τον τρόπο με τον οποίο μπορεί κάποιος να επηρεάσει την γνώμη των άλλων, δημιουργώντας νέα δεδομένα στο ρόλο του influencer στα social media.

Στην αντίπαλη μεριά, το «στρατόπεδο» της Κλίντον κινήθηκε σε πιο παραδοσιακές γραμμές, δίνοντας βάρος στο περιεχόμενο που ενδιαφέρει τους υποστηρικτές της, εκφρασμένο με σύντομες και ευθείς προτάσεις.

Αξιοποιώντας τα δεδομένα, που προσφέρουν απλόχερα οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης και οι εφαρμογές κινητών τηλεφώνων, προτίμησε να «μιλήσει» λεπτομερώς για την πολιτική της ατζέντα, σε μία προσπάθεια να τονίσει τα θετικά στοιχεία του προσώπου και της χώρας της.

Ακόμη μία ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στις καμπάνιες που «έτρεξαν» Τραμπ και Κλίντον, είναι και αυτή της συμπεριφοράς των υποστηρικτών τους. Ο Τραμπ ήταν αυτός που είχε την μεγαλύτερη παρουσία εκ των δυο στο διαδίκτυο, χωρίς αυτό να επηρεάζει άμεσα τη δυναμική του trend του που παρέμεινε σταθερό.

Εν αντιθέσει, η παρουσία της Κλίντον στα social media αναπτύχθηκε σταδιακά, και κατά τη διάρκεια της εκστρατείας της, ενώ το engagement της εκτοξεύτηκε σε όλα τα σημαντικά γεγονότα, όπως τα τρία ντιμπέιτ και κάποια σκάνδαλα που βγήκαν στο φως της δημοσιότητας (π.χ.  emails και η έρευνα του FBI που ακολούθησε).

Βλέποντας τη μεγάλη εικόνα

Στο μέλλον, η καμπάνια του Τραμπ θα αποτελεί παράδειγμα για το πώς μπορούν τα social media να κινήσουν το ενδιαφέρον του Τύπου χρησιμοποιώντας το Twitter ως κύριο μέσο επικοινωνίας, λόγω της παρακολούθησής του από δημοσιογράφους, στελέχη που ασχολούνται με τις δημοσιες σχέσεις, πολιτικό προσωπικό και ψηφοφόρους με ενδιαφέρον στην πολιτική επικαιρότητα.

Η προσέγγιση της Κλίντον ήταν πολύ πιο παραδοσιακή, περιελάβανε πληρωμένες καταχωρήσεις στο Facebook, που στόχο είχαν την εκμετάλλευση του πλήθος των υποστηρικτών της και το ακριβές targeting του περιεχομένου της, ώστε να αποκτήσει περισσότερες δωρεές και να μεγαλώσει την λίστα των email subscriber της.

Ο Τραμπ ακολούθησε μία ανορθόδοξη στρατηγική, μία στρατηγική που θα τρόμαζε αρκετούς επαγγελματίες του χώρου του digital marketing, αφού δεν τήρησε σχεδόν κανένα από τους παραδοσιακούς κανόνες οργάνωσης μίας διαδικτυακής πολιτικής εκστρατείας.

Κάποιοι πιθανώς να διαφωνούν με τις ιδέες και τις αντιλήψεις που αυτός εκφράζει. Δεν μπορούν όμως να μην του αναγνωρίσουν ότι κατέκτησε τα social media και το διαδίκτυο με τρόπο που δεν έχει χρησιμοποιηθεί ξανά στο παρελθόν.

Μοιραστείτε τη δημοσίευση